Μόλις στο προηγούμενο σημείωμά μας υποστηρίξαμε ότι στη χώρα μας (και παγκοσμίως) έχει αυξηθεί ο κίνδυνος εμφάνισης ασύμμετρων κοινωνικών απειλών (καταστροφικά γεγονότα που υπερβαίνουν τη δυνατότητα της κοινωνίας να τα αντιμετωπίσει) με προέλευση την κλιματική επιδείνωση, την επιδημιολογική απειλή λόγω παγκοσμιοποίησης, την οικιστική υποβάθμιση (συνεχή οικιστική επέκταση), τη χαμηλή ποιότητα των υποδομών κ.ά. Στους παραπάνω λόγους θα προσθέταμε και την προβολή λαϊκίστικων (εύκολων και μη ορθολογικών σκέψεων) πολιτικών λύσεων σε σοβαρά προβλήματα με στόχο την αποφυγή δυσάρεστων και βραχυχρονίως επώδυνων, αλλά επιβεβλημένων αποφάσεων, οι οποίες κρύβοντας το πρόβλημα κάτω από το χαλάκι, παραπέμπουν τη λύση τους στο μέλλον μεγεθύνοντας υπέρμετρα το κόστος επίλυσής τους το οποίο θα πληρώσουν τα παιδιά μας.

Δεν πέρασε λοιπόν μία εβδομάδα, και ζούμε μία σοβαρότατη νέα καταστροφή από το φαινόμενο «Daniel». Μία καταστροφή που όταν γράφονται οι γραμμές αυτές δεν μπορούμε ακόμα να συλλάβουμε την έκτασή της. Ο καθ. Ευθ. Λέκκας ανέφερε ότι το οικονομικό κόστος θα είναι μεγαλύτερο του «Ιανού» και είναι ένα γεγονός που συμβαίνει μία φορά στα χίλια χρόνια. Τότε είχε υπολογιστεί ότι το μετεωρολογικό φαινόμενο είχε κοστίσει 500 εκατ. ευρώ. Μάλιστα ο καθ. Χ. Ζερεφός ανέφερε ότι το παρόν φαινόμενο είναι τρεις φορές ισχυρότερο από τον «Ιανό», γεγονός που μας προετοιμάζει ότι το κόστος θα είναι πολύ μεγαλύτερο. Εάν μάλιστα δεχτούμε την κλίμακα κλιματολογικής σύγκρισης, το κόστος θα πρέπει αν κυμαίνεται κοντά στο 1,5 δισ. ευρώ. Σε παρόμοιο μέγεθος καταλήγουμε εάν λάβουμε υπόψη μας τις απώλειες στη γεωργική παραγωγή και στις υποδομές. Εδώ να προσθέσουμε ότι έπληξε μία εξαιρετικά πλουτοπαραγωγική περιοχή. Συνεπώς θα επηρεάσει τη δυνατότητα παραγωγής τροφίμων (ιδίως σιταριού) με συνακόλουθες συνέπειες στον πληθωρισμό τροφίμων και οι τελικές επιπτώσεις θα είναι πολύ ευρύτερες από όσο μπορούμε να εκτιμήσουμε σήμερα. Να σημειωθεί ότι στα μεγέθη αυτά δεν συνυπολογίζεται το ανυπολόγιστο κόστος της ανθρώπινης ζωής. Επίσης πρόκειται για εκτιμήσεις ενός χρόνου αλλά φοβόμαστε ότι οι αρνητικές επιπτώσεις θα επεκταθούν σε περισσότερα χρόνια (δύο με τρία).

Όμως το κόστος των φυσικών καταστροφών και της επιβάρυνσής μας από τη μη έγκαιρη ανάληψη ευθύνης δεν είναι καινούργιο παρ’ όλο που είναι αυξανόμενο: κύματα καύσωνα και πλημμύρες υπολογίζεται ότι έχουν στοιχίσει τα τελευταία δέκα χρόνια στους 27 της ΕΕ περίπου 145 δισ. ευρώ (!) και το 2020 η Ελλάδα ήταν μακράν η χώρα με τις υψηλότερες απώλειες με κλιματική προέλευση, τέσσερις φορές περισσότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. Στα μεγέθη αυτά δεν έχει συνυπολογιστεί η εξέλιξη των σχετικών μεγεθών τα τελευταία τρία χρόνια, που είναι εξαιρετικά επιβαρυντική.

Προφανώς τα μεγέθη αυτά μας οδηγούν να σκεφτούμε ότι θα πρέπει να επανασχεδιάσουμε και τα συστήματα πρόβλεψης, τα συστήματα πρόληψης, συστήματα ανακουφιστικής παρέμβασης και τα κόστη ποιότητας νέων υποδομών που θα είναι συμβατά με τις νέες απαιτήσεις.

Πρόκειται για ένα τεράστιο έργο, αρκετά άγνωστο σε παγκόσμια διάσταση (ας μην ξεχνάμε ότι οργανωμένα συστήματα πολιτικής προστασίας στις ΗΠΑ υιοθετήθηκαν, πολύ πρόσφατα μετά τον «Κατρίνα», 2005) το οποίο όμως πρέπει να αναλάβουμε, ως κοινωνία και ως ατομικές συμπεριφορές, μακριά από κάθε εύκολη λύση.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 11 Σεπτεμβρίου 2023