Μόλις βγήκαμε από εθνικές εκλογές με έναν πρωτοφανή (για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα) τρόπο που αναδεικνύει υψηλό πολιτικό επίπεδο ωρίμανσης της κοινωνίας. Όλες οι ηλικιακές ομάδες ζυγίζουν με έναν ισορροπημένο τρόπο παρόν και μέλλον και ζητάνε να ορίσουν πολιτικά την πορεία τους με μεγαλύτερη αυτενέργεια. Αυτό δεν αποκλείει την παροχή μιας περιόδου πολιτικής χάριτος στη νέα κυβέρνηση αλλά δεν νομίζουμε ότι οι πραγματικές συνθήκες θα της δώσουν πολλά περιθώρια. Στους επόμενους έξι μήνες θα συμβούν στην ελληνική οικονομία δύο ιδιαίτερης σημασίας γεγονότα: η διαμόρφωση των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων που θα διατηρηθούν για την επόμενη δεκαετία. Να σημειωθεί ότι η δεκαετία αυτή μας φέρνει στην περίοδο μεταξύ 2030-2035 όπου οι συνθήκες για την εξυπηρέτηση του ελληνικού δημόσιου χρέους μεταβάλλονται προς το αυστηρότερο έπειτα από τις ρυθμίσεις που κερδίσαμε κατά τη μνημονιακή περίοδο. Συνεπώς ο όποιος σχεδιασμός που γίνεται θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του αυτήν την προοπτική.

Το δεύτερο είναι βέβαια η επιστροφή του ελληνικού αξιόχρεου στην επενδυτική βαθμίδα. Σήμερα κάτι τέτοιο έχει σχεδόν προεξοφληθεί, όσον αφορά τουλάχιστον τις τιμές των ελληνικών ομολόγων, αλλά άλλο να το προσδοκούμε και άλλο να συμβαίνει. Εξάλλου ο πρόσφατος δανεισμός του τραπεζικού συστήματος με 7% δείχνει ότι χρειαζόμαστε τη βελτίωση της πιστοληπτικής βαθμίδας αφού αφορά ιδιαιτέρως τον ιδιωτικό τομέα και τις συνθήκες δανεισμού του (συστηματικός κίνδυνος). Οι συνθήκες βελτίωσης θα λειτουργήσουν προς την κατεύθυνση αύξησης της ελκυστικότητας του ελληνικού χώρου ως επενδυτικού προορισμού οπότε ενδεχομένως ανασχεθούν και κινήσεις μετεγκατάστασης από την Ελλάδα στο εξωτερικό αναζωπυρώνοντας και την κεφαλαιαγορά.

Όταν όμως ρωτήθηκαν οι ευρωπαίοι διευθύνοντες σύμβουλοι (Oxford Economics) για το ποιοι είναι οι σημαντικότεροι κίνδυνοι που βλέπουν στην οικονομία, έδωσαν μία σχεδόν μονοσήμαντη απάντηση: πιέσεις που προέρχονται από το τραπεζικό σύστημα και γενικότερα από την περιοριστική πολιτική πιστώσεων παρ’ όλο που δίνουν ένα περιορισμένο ποσοστό 35% (πάντως όχι και τόσο μικρό) για το ξέσπασμα μιας πλήρους χρηματοοικονομικής κρίσης. Συμφωνούν ότι η καταναλωτική συμπεριφορά ασκεί θετικές επιδράσεις, βοηθούμενης της σφιχτής αγοράς εργασίας, αλλά το επιχειρηματικό κλίμα μάλλον έχει ελαφρά επιδεινωθεί σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του έτους.

Η εμπειρία της UBS έχει τρομάξει τις τραπεζικές αρχές επίβλεψης στην Ευρώπη και με δεδομένο ότι ζούμε (ακόμα) σ’ ένα περιβάλλον αυξανόμενων επιτοκίων τις κάνει περισσότερο προσεκτικές. Το κύριο θέμα προσοχής είναι η ρευστότητά τους δεδομένου ότι παρατηρείται εξαιρετικά υψηλή εξάρτησή τους από τις καταθέσεις. Δεδομένου μάλιστα ότι οι τράπεζες διατηρούν πολύ χαμηλά επιτόκια καταθέσεων ουσιαστικά κινούνται σ’ έναν πολύ λεπτό διάδρομο χειρισμών. Η εμπειρία στις ΗΠΑ (όπου όμως υπήρχαν διέξοδοι μετακίνησης των κεφαλαίων) έδειξε ότι οι καταθέσεις μπορούν να μετακινηθούν πολύ εύκολα προκαλώντας χρηματοοικονομική αστάθεια. Το ζήτημα είναι ιδιαιτέρως ορατό στην Ελλάδα όπου μαζί με την εξάρτηση από τις καταθέσεις, την εξάρτηση από τις εξασφαλίσεις ακινήτων (άρα από τις τιμές τους), την εξάρτηση από τα μελλοντικά κέρδη (αναβαλλόμενη φορολογία) και την αναστροφή του TLRT της ECB δημιουργούν την ανάγκη ενός προσεκτικού τραπεζικού σχεδιασμού έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη χρηματοδότηση της οικονομίας. Βεβαίως στη θετική πλευρά εντάσσεται η πολιτική σταθερότητα που τελικά αποδεικνύεται πολύ σημαντική συνθήκη.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 26 Ιουνίου 2023