Η δημιουργία του Εθνικού Επενδυτικού Ταμείου προέκυψε ως προϊόν διαπραγματεύσεων 5 μηνών του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας με τον ESM. Συμφωνήθηκαν να γίνουν αλλαγές σε ό,τι είχε συμφωνηθεί το 2016 (γ’ μνημόνιο) για τη δημόσια περιουσία. Είχε λοιπόν δημιουργηθεί το Υπερταμείο όπου είχε υπαχθεί η βασική δημόσια περιουσία με στόχο την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Τώρα όμως, η ελληνική πλευρά, προφανώς στηριζόμενη στον ιδιαίτερο χαρακτήρα και το αντικείμενό τους (νερό) ζήτησε για δύο από τις επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στο Υπερταμείο, την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ, η μισή αξία τους να παραμείνει στο Υπερταμείο αλλά η άλλη μισή να επιστρέψει στη ιδιοκτησία της Ελλάδος και να αποτελέσει το αρχικό κεφάλαιο του Εθνικού Επενδυτικού Ταμείου. Το κεφάλαιο αυτό μπορεί να μοχλευθεί και να αποκτηθούν πόροι για να τοποθετηθούν σε ελληνικές εξωστρεφείς επιχειρήσεις με αναπτυξιακές προοπτικές και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που έχουν απώτερο στόχο τη συμβολή στην κάλυψη του επενδυτικού κενού της ελληνικής οικονομίας. Πρόκειται για μία σαφή επιτυχία της ελληνικής κυβέρνησης.

Το επενδυτικό κενό υπολογίζεται ως η διαφορά των πραγματοποιούμενων επενδύσεων σε σχέση με την υπόθεση της βιώσιμης τάσης εξέλιξης των επενδύσεων που αφορά σε ένα ποσοστό της τάξης του 20% με 22% του ΑΕΠ. Στην Ελλάδα το επενδυτικό κενό εμφανίζεται να είναι της τάξης των 10,64 δισ. με 14,53 δισ. ευρώ για το 2023. Μάλιστα το κενό αυτό για την περίπτωση της Ελλάδας έφτασε το 2015 στο μέγιστο επίπεδό του (μεταξύ 16,3 δισ. και 19,8 δισ.). Εάν προσθέσουμε τα κατ’ έτος κενά επενδύσεων από την έναρξη της κρίσης το 2008 έως και σήμερα (2023) προκύπτει ένα συνολικό επενδυτικό κενό που κυμαίνεται από 191,8 δισ. ευρώ έως 252,6 δισ. ευρώ για την ελληνική οικονομία.

Όμως δύο σκέψεις δημιουργούνται: η μία αφορά το ποια «φωτεινά» μυαλά (και από πλευράς τρόικας και από πλευράς Ελλάδος) είχαν συμφωνήσει επιχειρήσεις που ασχολούνται με το νερό στην Ελλάδα (που είναι ένας πόρος παγκοσμίως σε εξαιρετική σπανιότητα και ζωτικής σημασίας για τη ζωή των ανθρώπων) να είναι ενέχυρο χρέους για μία κοινωνία! Πρόκειται για μία ηθικά απαράδεκτη στιγμή των ευρωπαϊκών αντιλήψεων διαχείρισης της «πτώχευσης» της Ελλάδος (2010) για τις οποίες ευτυχώς οι ευρωπαίοι τότε ηγέτες (Μέρκελ) έχουν μετανιώσει. Το ίδιο ισχύει βεβαίως για την ελληνική πλευρά αφού οι αυταπάτες οδήγησαν σε ταπεινωτικές υποχωρήσεις.

Η δεύτερη αφορά τη χρήση των πόρων που συγκεντρώνονται από τις ιδιωτικοποιήσεις. Μήπως η βελτίωση της δημοσιονομικής μας πειθαρχίας και η συνακόλουθη εξασφάλιση των δανειστών μας επιτρέπει πλέον να αναζητήσουμε μία μεγαλύτερη ελευθερία στην διαχείριση της ελληνικής δημόσιας περιουσίας; Μήπως λοιπόν, αφού έχουμε ανακεφαλαιοποιήσει (40 δισ. ευρώ περίπου) και συνεχίζουμε να «ανακεφαλαιοποιούμε» (αναβαλλόμενη φορολογία) τις τράπεζες (υπάγονται στο ΤΧΣ) με χρήματα των φορολογουμένων, η πώληση των μετοχών τους από το ΤΧΣ θα έπρεπε να «αποπληρώσει» έστω αναλογικά τους έλληνες φορολογούμενους ίσως και με τη μορφή ενίσχυσης του Επενδυτικού Ταμείου; Έτσι και αλλιώς η κάλυψη του επενδυτικού κενού είναι το πρόβλημα της επόμενης δεκαετίας.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 11 Δεκεμβρίου 2023