Στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, αλλά και στη δική μας, το πιο εμφανές ιδεολογικό δίπολο αντιπαράθεσης που θα μπορούσε να διακρίνεται στον ανταγωνιστικό λόγο αναφέρεται στην επίκληση της κρατικής παρέμβασης σε αντιδιαστολή με τη λειτουργία της αγοράς.

Είναι ένα πολύ παλιό δίλημμα, σχεδόν αρχαίο, και ήδη από τον 18ο αιώνα είχε πάρει και πιο οργανωμένη μορφή στην παγκόσμια ιδεολογική σκηνή. Από τη μία μεριά υπάρχει η εμπιστοσύνη στο αόρατο ρυθμιστικό χέρι των αγορών, με ακρότατη έκφραση τον νεοφιλελευθερισμό (αδύναμο κράτος) και από την άλλη υπάρχει το ισχυρό κράτος που ρυθμίζει τα πάντα: ιδιοκτησιακά δικαιώματα, οργάνωση της αγοράς (διανομή πλούτου), εισοδηματικές και επενδυτικές ενισχύσεις και, πάνω απ’ όλα, ρυθμιστικός ρόλος στο επίπεδο για τον επηρεασμό της δραστηριότητας της οικονομίας.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια (μέχρι, όμως, την κρίση του 2008) η Washington Consensus, που στήριζε τη νεοφιλελεύθερη άποψη, μάλλον είχε επιβάλει την ιδεολογική κυριαρχία της στον δυτικό κόσμο, με εξαίρεση πάντως την ανατολική Ασία, αλλά και σε ένα σημαντικό βαθμό τη Ρωσία και αυτούς που την ακολουθούν, όπως και τη Μέση Ανατολή και τις ενεργειοπαραγωγικές χώρες.

Στην ανατολική Ασία (Ιαπωνία, Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Ν. Κορέα και Ταϊβάν) ίσως είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες οι περιπτώσεις, διότι ενώ ασπάζονται πλήρως τις αρχές της ελεύθερης λειτουργίας των αγορών στήριζαν την αρχική ανάπτυξή τους σε μία βαριά αναπτυξιακή παρέμβαση του κράτους τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Η Κίνα, μάλιστα, έχει δημιουργήσει έναν εξαιρετικά σύνθετο τρόπο ανάπτυξης στον οποίο ενεπλάκη η μεγάλη κρατική παρουσία αλλά και «εκμετάλλευση» των δυνάμεων της αγοράς, με έμφαση στις πρωτοβουλίες που ξεκινούν από τη βάση προς τα πάνω σε ένα αποκεντρωμένο διοικητικό σύστημα που δίνει τη δυνατότητα να γίνονται αντιληπτά τα κενά στη ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών που είναι απαραίτητα για τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών.

Συνεπώς, ακόμα και πριν από τη σύνοδο των τριών κρίσεων (2008, COVID και ουκρανικό-ενεργειακό) η μάχη για την επικράτηση των δύο απόψεων ήταν αμφίρροπη, με εξαίρεση ίσως τη στιγμή της πτώσης του τείχους του Βερολίνου που σαφώς διεύρυνε τις διαστάσεις των δυτικών απόψεων. Στην Ελλάδα συνυπήρχαν πάντοτε, άλλα με αρκετά ευδιάκριτες διαφοροποιήσεις, οι δύο απόψεις.

Ομως, οι δύο απόψεις τέθηκαν υπό τη δοκιμασία των τριών κρίσεων. Στην Ελλάδα, μάλιστα, ζήσαμε την πρώτη ιδίως κρίση (μνημόνια) στην πιο ακραία της μορφή: το κράτος θα έπρεπε να συρρικνωθεί και οι πολίτες να γίνουν φτωχότεροι, ενώ υποτίθεται ότι ταυτοχρόνως θα έπρεπε να απελευθερωθεί η αγορά. Όμως, έτσι το δίλημμα μεταξύ κράτους και αγοράς έχασε τον κυρίαρχο ρόλο του. Η επιβίωση και η ευημερία είχαν πλέον σημασία.

Σήμερα, είμαστε όλοι σοφότεροι: ακόμα και με μνημόνια, η αγορά δεν μπορεί να δώσει λύσεις σε όλα τα ζητήματα της ανάπτυξης και ο κρατισμός με το κράτος-έπαθλο δεν μπορεί να είναι το τέλος της πολιτικής ιστορίας. Εξάλλου, η COVID και το Ουκρανικό έδειξαν ότι μόνο ο ρυθμιστικός ρόλος του κράτους μπορεί να σώσει την ανθρώπινη ευημερία. Αυτό το αισθάνονται και οι πολίτες στην καθημερινότητά τους. Από την άλλη μεριά, επιθυμούν τη μείωση του φορολογικού βάρους και τη διέξοδο στη δημιουργικότητα και στην εξατομίκευση της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητάς τους. Η θετική τους στάση απέναντι στη συλλογική οργάνωση της ζωής εξαντλείται στη σχέση τους με την οικογένεια. Το μεγάλο ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών!

Προχωρώντας προς τις εκλογές, διαπιστώνουμε ότι οι βασικές πολιτικές συνιστώσες διαφοροποιούνται ως προς την έκταση της κρατικής παρέμβασης. Από τα αριστερά βλέπουν τη λύση στη μεγέθυνση των δημοσιονομικών δαπανών, αγνοώντας την τωρινή και μελλοντική χρηματοδότησή τους και από τα δεξιά σε μία προσεκτικότερη διαχείρισή τους.

Με την έκταση της φοροδιαφυγής, όμως, που υπάρχει και τη μνημονιακή επιβάρυνση της μεσαίας τάξης που έχει προηγηθεί, ο ρεαλισμός θα έπρεπε να καταργήσει τις πολιτικές γραμμές διαφοροποίησης στο βασικό αυτό δίλημμα. Ετσι θα είχαμε και μία περισσότερη συναινετική πολιτική ζωή που τόσο χρειαζόμαστε.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Real News, 7 Μαΐου 2023