Η τωρινή φθινοπωρινή ανασκόπηση των πολιτικών γεγονότων που αφορούν την οικονομία, μετά βεβαίως την καταστροφή της Θεσσαλίας, έχει δύο σημαντικά γεγονότα: την ομιλία του Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη και την παραγωγική του συζήτηση με τον πρόεδρο της Τουρκίας.

Το κριτήριο για την επιλογή των γεγονότων σχετίζεται με την επίδραση που μπορεί να έχουν στην ποσοτική και ποιοτική εμπέδωση της εμπιστοσύνης στο οικονομικό περιβάλλον. Με άλλα λόγια, πρόκειται για πολιτικά γεγονότα που μπορεί να έχουν μία άμεση οικονομική ανταπόκριση στους πολίτες, αλλά εδώ μας ενδιαφέρει ότι διαμορφώνουν μεσοπρόθεσμες δυνάμεις που θα έχουν πολύ σοβαρότερες επιπτώσεις στο άμεσο μέλλον. Βέβαια την ομιλία στη Θεσσαλονίκη τα ΜΜΕ την ανέλυσαν σε εισοδηματικές παροχές, αλλά αυτή η πλευρά δεν μας απασχολεί εδώ.

Η ομιλία του Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη, στον απόηχο των καταστροφικών πυρκαγιών και πλημμυρών, ήταν ένα έντονο πολιτικό κείμενο σε σύγκριση ακόμα και με παλαιότερες προεκλογικές ομιλίες. Οι τελευταίες με τον υποσχετικό χαρακτήρα τους πάντοτε περιέχουν νότες αισιοδοξίας που συχνά διαστρέφουν τη σημασία των μηνυμάτων. Τώρα η κυβερνώσα πολιτική είναι αντιμέτωπη με την πραγματικότητα: σοβαρά προβλήματα στην κοινωνία, σχετική αδυναμία του ανθρώπινου παράγοντα να συνδράμει στην οργάνωση της αποτελεσματικής κυβερνητικής πολιτικής, διογκωμένες ανάγκες και απαιτήσεις των πολιτών και μείζονες ασύμμετρες απειλές. Είναι ένα μείγμα προκλήσεων που μόνο ένας «ριζικός επανασχεδιασμός» της καθημερινής άσκησης της πολιτικής μπορεί να αντιμετωπίσει. Αυτή όμως η διαδικασία απαιτεί υπομονή, έτσι ώστε να δοθεί χρόνος στο ανθρώπινο κυβερνητικό δυναμικό να αντιληφθεί τις νέες προκλήσεις και να τοποθετηθεί στις νέες προτεραιότητες. Έτσι η παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη προοριζόταν περισσότερο προς τους σκεπτόμενους απαιτητικούς πολίτες και συμμετέχοντες στην άσκηση εξουσίας και είχε έναν έντονο μεταρρυθμιστικό τόνο.

Στα ελληνοτουρκικά ζούμε προφανώς τη σπουδαιότερη θετική στιγμή των τελευταίων ετών. Μία ανασκόπηση στην τουρκοπολιτική θεματολογία μας διαπιστώνει ότι σε επανειλημμένα σημειώματά μας, παρόλη την τότε ένταση, είχαμε διαβλέψει ότι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας διαφαινόταν ένας θετικός δρόμος ειρηνικής συμβίωσης που για την Τουρκία έχει δύο αφετηρίες: την ιδιαίτερα ιδιόμορφη και αδύναμη οικονομία της και τις σοβαρές χρηματοδοτικές της ανάγκες με αιχμή το ισοζύγιο πληρωμών της και τις φυσικές καταστροφές. Έτσι τη φέρνουν περισσότερο κοντά (σε βαθμό εξάρτησης) με διεθνή πανίσχυρα κέντρα που δεν θα έβλεπαν θετικά μία ανάφλεξη στο Αιγαίο. Σημειωτέον ότι σ’ έναν μικρότερο βαθμό έχουμε πλέον παρόμοια προβλήματα, χωρίς όμως να απειλείται η ισορροπία του ισοζυγίου πληρωμών ή η δημοσιονομική ισορροπία μας.

Συγχρόνως, με ορίζοντα δεκαετίας (όχι δηλαδή μακριά), βρίσκεται σε εξέλιξη στον κόσμο μία γιγαντιαία μεταβολή στις πηγές της ενέργειας (μέσω εναλλακτικών μεθόδων) που απομακρύνει την πιθανότητα βιώσιμης εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στο Αιγαίο. Έτσι όμως μακροπρόθεσμα αποδυναμώνεται μία σοβαρή πηγή εντάσεων με τη γείτονα, παρόλο που με τον τρόπο αυτόν το πεδίο των διακρατικών σχέσεων γίνεται πολύ πιο περίπλοκο και απαιτητικό και για την Ελλάδα.

Η εξέλιξη αυτή σταδιακά θα ευνοήσει και τις δύο πλευρές αφού θα μειώσει το οικονομικό βάρος των εξοπλισμών και θα δώσει την ευκαιρία εστίασης στο μείζον μεταναστευτικό πρόβλημα που απασχολεί και τις δύο χώρες (ανατολικά σύνορα δικά μας και νότια της Τουρκίας) και ιδιαιτέρως στη μεταναστευτική συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 25 Σεπτεμβρίου 2023