Η χρηματοπιστωτική αστάθεια, κυρίως στις ΗΠΑ, συνεχίζεται με πεδίο εφαρμογής τις μεσαίες τράπεζες, τις λεγόμενες περιφερειακές, που δεν ανήκουν στην ομάδα των πολύ μεγάλων τραπεζών. Η πίεση τώρα βρίσκεται σε δύο αρκετά μικρότερες, στην Pac West και την Western Alliance, αλλά αφορά κυρίως στην πτώση της τιμής των μετοχών τους. H Pac West δεν έχει τίποτα κοινό με τις τράπεζες που ήδη έπαψαν να λειτουργούν: το 75% των καταθέσεών της είναι ασφαλισμένο, έχει ρευστότητα, οι καταθέσεις της μάλλον αυξάνονται αλλά το ερώτημα της προοπτικής της κερδοφορίας της αλλά και της χρηματοδότησής της είναι ενεργό σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων επιτοκίων. Διότι τα επιτόκια αυξήθηκαν, έστω και εάν πιστεύουμε ότι φθάνουνε κοντά στην οροφή τους.

Σε έναν μεγάλο βαθμό τα αμερικανικά τραπεζικά προβλήματα οφείλονται και στην «απελευθέρωση» της λειτουργίας των περιφερειακών τραπεζών που προκλήθηκε από τη μεταρρύθμιση Tramp το 2019 (αποδυνάμωση Βασιλείας ΙΙΙ). Και όμως η απόδοση «πολιτικών ευθυνών» δεν είναι στις ΗΠΑ βασικό θέμα συζήτησης όπως και η όλη συζήτηση πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί η τραπεζική εποπτεία, η οποία έχει σ’ έναν βαθμό αποτύχει. Απλώς βάζουμε τους φορολογουμένους να πληρώσουν (διότι αυτό γίνεται τώρα στις ΗΠΑ). Το ίδιο παρατηρείται και στην οροφή χρέους των ΗΠΑ, που ανοίγει ως θέμα τις επόμενες μέρες. Εάν «σκάσει» αυτό, πολύ δύσκολα θα διαχειριστούμε την οικονομική κρίση που θα ξεσπάσει σε όλον τον δυτικό κόσμο. Και αυτό οφείλεται στις διαφωνίες Ρεπουμπλικανών – Δημοκρατικών. Μην ξεχνάμε ότι η κρίση Lehman Brothers προκλήθηκε από πολιτική απόφαση των Ρεπουμπλικανών να μην τη στηρίξουν.

Στην Ελλάδα μάς απασχολεί το θέμα της χρη ματοπιστωτικής σταθερότητας, απολύτως δικαιολογημένα, αφού έχουμε πληρώσει χρυσές τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών. Εξαρτάται από τέσσερις παράγοντες: α) την πορεία της απομείωσης των κόκκινων δανείων, β) την αποφυγή ύφεσης και άρα απομείωσης της αξίας των ακινήτων, γ) τις συνθήκες χρηματοδότησης των τραπεζών και δ) το σπουδαιότερο, τη δημοσιονομική ισορροπία.

Χωρίς την τελευταία δεν θα μπορούσαμε να στηρίξουμε τις τράπεζες, σε περίπτωση κρίσης (και να μην πει κανείς ότι δεν πρόκειται να υπάρξει), δεν μπορούμε να αποφύγουμε την ύφεση (αγωνιζόμαστε να την αποφύγουμε) και οι συνθήκες χρηματοδότησης των τραπεζών θα χειροτερεύσουν.

Δημοσιεύουμε (Ο.Τ.) κάθε εβδομάδα (ακριβείς) προβλέψεις για το εθνικό έλλειμμα (και τις υπόλοιπες βασικές ελληνικές μεταβλητές) και ήδη από το τέλος του προηγούμενου χρόνου αλλά και τώρα (με βάση δηλαδή τις μέχρι τώρα δημοσιονομικές εξαγγελίες) εκτιμούμε ότι το εθνικό έλλειμμα το 2023 θα κυμανθεί οριακά ανεκτά οδηγώντας (σωστά) να μη διαρραγεί ο κοινωνικός ιστός και την οικονομία σ’ έναν θετικό ρυθμό μεγέθυνσης. Αλλά είμαστε στα όρια (-3,5%) της ευχέρειάς μας με βάση τις αποφάσεις που θα πάρει το 2024 η ευρωζώνη για τη δημοσιονομική διαχείριση των κρατών – μελών, αναφορικά με το δημοσιονομικό έλλειμμα (ανώτατο όριο -3% το 2023).

Από που λοιπόν κάποιοι πολιτικοί αντλούν ψυχραιμία για υποσχέσεις συνεχών δημοσιονομικών παροχών;

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα 8 Μαΐου 2023

Μάιος 2023