Η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκιά της στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και 22 χρόνια με το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 3,5% και το επιτόκιο των πράξεων αναχρηματοδότησης στο 4%. Οι επανεπενδύσεις σε ομόλογα και υπόλοιπα στοιχεία του ενεργητικού περιορίζονται δραστικά.

Οι δείκτες της ευρωπαϊκής οικονομίας, σύμφωνα με την ΕΚΤ, παραμένουν σταθεροί με ελαφρά τάση επιδείνωσης: 0,1% μείωση στον ρυθμό μεγέθυνσης του 2023 (προβλέψεις Ιουνίου), σε σύγκριση με τις προβλέψεις του Μαρτίου, 5,4% ονομαστικό πληθωρισμό έναντι 5,3% που προβλέπαμε τον Μάρτιο, αλλά με τον δομικό πληθωρισμό (χωρίς τις τιμές των τροφίμων και της ενέργειας) να ανθίσταται περισσότερο. Από 4,6% που εκτιμάτο τον Μάρτιο για το 2023 σήμερα εκτιμάται στο 5,1%. Αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις των τιμών που γίνονται από τις επιχειρήσεις περνούν σε όλο το φάσμα της οικονομίας προφανώς γιατί οι αυξήσεις του εργατικού κόστους διευρύνονται και η αντοχή των επιχειρήσεων να απορροφούν μέρος των αυξήσεων του κόστους τους μειώνεται. Αυτό προδικάζει ότι το φαινόμενο του πληθωρισμού θα έχει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και διάρκεια από ό,τι αρχικά αναμενόταν. Γι’ αυτό και η Λαγκάρντ προανήγγειλε (forward guidance) ότι τα όπλα της για την επιστροφή του πληθωρισμού στο μεσοπρόθεσμο επίπεδο του 2% παραμένουν παρά πόδα, προαναγγέλλοντας νέες αυξήσεις επιτοκίων.

Συνεπώς δύο θέματα ανοίγουν: Το ένα είναι πότε θα αρχίσουν οι μειώσεις των επιτοκίων. Από εδώ και πέρα (δηλαδή από το 2024) θα αρχίσουν να μειώνονται σταδιακά. Το δεύτερο είναι πόσο σωστός είναι ο στόχος του πληθωρισμού στο 2%. Από πού ήρθε και πώς έχει γίνει χρυσός κανόνας για τους κεντρικούς τραπεζίτες; Το ερώτημα έχει μπει από τον P. Krugman και πολλούς άλλους νωρίτερα επισημαίνοντας ότι δεν έχει ποτέ θεμελιωθεί η επιστημονική ορθότητα του κανόνα. Το σημείο αυτό συνδέεται με την αποδεδειγμένη πλέον ικανότητα των κεντρικών τραπεζών να ενεργοποιούν, μέσω του Taylor rule, τη σταθεροποίηση της οικονομικής δραστηριότητας μέσω των βραχυχρόνιων επιτοκίων λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο των τιμών και τις αλλαγές στα πραγματικά Το μέσο έχει λοιπόν αποδειχθεί αποτελεσματικό, γι’ αυτό εξάλλου αποφεύγουμε πλέον τις σημαντικές ενδογενείς υφέσεις. Αρα η συζήτηση για τη νομισματική στόχευση έχει πλέον πολύ μεγαλύτερη σημασία από ό,τι στο παρελθόν.

Στην πραγματικότητα το ερώτημα αφορά πλέον τη σχέση του βαθμού ενεργοποίησης των υφεσιακών πιέσεων που θα οδηγήσουν σε μείωση του πληθωρισμού σε σχέση με τον στόχο. Δηλαδή τη διαχείριση του παρόντος κοινωνικού πόνου (ύφεση) σε σχέση με τον μελλοντικό πόνο (πληθωρισμός). Αυτό είναι όμως ένα καθαρά πολιτικό θέμα που δεν πρέπει να αφήνεται μόνο στα χέρια των κεντρικών τραπεζών να αποφασίζουν. Η Ευρώπη δεν διαθέτει ισχυρή πολιτική θεσμική λειτουργικότητα και γι’ αυτό οι πολιτικές φωνές του Νότου θα πρέπει να ενισχυθούν προς την κατεύθυνση αυτή, όπως έγινε στην περίπτωση του Ενεργειακού και σ’ έναν βαθμό του Μεταναστευτικού.

Εάν γίνει λάθος, είναι προτιμότερο να γίνει από την πλευρά της αυξημένης ανοχής στα επίπεδα του πληθωρισμού παρά από την πλευρά της ύφεσης.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 19 Ιουνίου 2023