Τον Οκτώβριο του 1973 ξέσπασε ο τέταρτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος, του Γιομ Κιπούρ. Τους δύο αντιμαχόμενους εφοδίαζαν οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Ο πόλεμος ουσιαστικά οδήγησε στην αναγνώριση του Ισραήλ από την Αίγυπτο αλλάζοντας για πάντα τον πολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής. Συγχρόνως προεκλήθη η πρώτη από τις δύο μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις (η δεύτερη το 1979 λόγω του Ιρανικού). Η οικονομική κρίση προκλήθηκε όταν οι Άραβες αποφάσισαν να μειώσουν τις εξαγωγές πετρελαίου κατά 5% κάθε μήνα έως ότου οι Ισραηλινοί εγκαταλείψουν τα εδάφη που είχαν καταλάβει. Έτσι η τιμή των 12 δολαρίων το βαρέλι άρχισε να αυξάνεται ραγδαία, οδηγώντας την τιμή του σε τριπλάσια επίπεδα, προκαλώντας πληθωρισμό και ανεργία σε μία παγκόσμια δυτική οικονομία η οποία είχε εγκαταλείψει το κάρβουνο, ως ενεργειακό πόρο, και είχε εξαρτηθεί απολύτως από το πετρέλαιο με ένα κυμαινόμενο δολάριο (1971).

Το πολιτικό σκηνικό της κρίσης του 1973 δεν έχει σχέση με το σημερινό. Το Ισραήλ έχει βελτιώσει τις σχέσεις με όλον τον αραβικό κόσμο (Συμφωνίες του Αβραάμ) και ιδίως τη Σαουδική Αραβία με εξαίρεση βέβαια το Ιράν, αλλά και αυτό δεν βρίσκεται στη χειρότερή του στιγμή με τη Δύση και τη Σαουδική Αραβία (μεσολάβηση Κίνας), ενώ παράλληλα γίνεται κατανοητό ότι ο θαλάσσιος χώρος μπροστά από το Ισραήλ (και τη Γάζα) προσφέρεται για ενεργειακή αξιοποίηση. Η εξάρτηση της Δύσης από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο είναι υπαρκτή, αλλά έχει πλέον ορατό χρονικό ορίζοντα αποδυνάμωσης (πυρηνική ενέργεια, ανανεώσιμες πηγές, αλλαγές της παραγωγικής δομής της οικονομίας, υπηρεσίες, ουκρανική κρίση).

Η ισλαμική Χαμάς είναι η πραγματικά χαμένη των μεταβολών αυτών αφού παρακάμπτεται ως αποφασιστικός παίκτης στην περιοχή. Η διοικητική της εξάλλου αδυναμία διακυβέρνησης της Γάζας (την έχει καταλάβει από το 2006) έχει αποδυναμώσει την εσωτερική της θέση. Συνεπώς η ηγετική της ομάδα έχει απόλυτη ανάγκη να επιβεβαιώσει την παρουσία της.

Στο «ήπιο» σενάριο (εάν είναι δυνατό να θεωρηθεί ο πόλεμος ήπιο γεγονός), η σύρραξη των επόμενων 50 ημερών (τόσο συνήθως διαρκούν οι πόλεμοι εκεί) θα περιοριστεί στην περιοχή (Ισραήλ – Χαμάς) και η τιμή του πετρελαίου θα γνωρίσει μία ελαφρά αύξηση σχεδόν όσο όμως είχε προβλεφθεί από καιρό ότι θα κινούνταν με την έλευση του χειμώνα, με αυξημένες τιμές στην περιοχή των 90 δολαρίων και για το 2024 στην περιοχή των 100 δολαρίων λόγω κυρίως περιορισμών στην προσφορά και την ήπια παγκόσμια ανάπτυξη. Το κλείσιμο του Tamar (πηγάδι φυσικού αερίου) δημιουργεί αυξητικές πιέσεις στο φυσικό αέριο που έχουν και εποχικό χαρακτήρα, ενώ αναμένονται αυξημένες παλαιστινιακές ροές προσφύγων. Στον νομισματικό τομέα πάντως δεν είναι η καλύτερη στιγμή για περαιτέρω σύσφιγξη (Fed, ΕΚΤ).

Εάν όμως στη σύρραξη αναμειχθεί σε μεγάλη κλίμακα η Χεζμπολάχ (που συνδέεται στενότερα με το Ιράν) και οι ΗΠΑ θεωρήσουν βασικό υπεύθυνο το Ιράν, ώστε τελικά να απειληθούν τα Στενά του Ορμούζ από τα οποία διακινείται ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πετρελαίου, τότε θα πρέπει να κάνουμε ξανά όλες τις αναλύσεις! Πάντως αυτή η προοπτική έχει μικρότερη πιθανότητα διότι ο αραβικός κόσμος, μέχρι στιγμής, αντιδρά υποτονικά. Η περαιτέρω διόγκωση της παγκόσμιας αβεβαιότητας θα πάρει πολύ πιο σύνθετες μορφές.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 16 Οκτωβρίου 2023