Μετά την πανδημία ο πληθωρισμός αποτέλεσε μία ιδιότυπη μορφή φορολόγησης των Ευρωπαίων που οδήγησε περισσότερα από 200 δισ. ευρώ σε παραγωγούς εκτός Ευρώπης (!) (C. Lagarde). Αυτές είναι απώλειες πλούτου που θα πρέπει κάποιος να τις επιβαρυνθεί: είτε θα είναι το εισόδημα των καταναλωτών ή τα κέρδη των επιχειρήσεων ή η εργατική αμοιβή.

Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη παραμένει σχετικά υψηλός, αν και στις ΗΠΑ έδειξε σημάδια επιβράδυνσης, παρόλο που έχει αλλάξει ο χαρακτήρας του. Το πληθωριστικό επεισόδιο εκδηλώνεται σε αλλεπάλληλες φάσεις, ενώ επιχειρήσεις, εργαζόμενοι και καταναλωτές επιχειρούν να περάσουν το κόστος ο ένας στον άλλον.

Στην πρώτη φάση του πληθωριστικού κύματος η αύξηση των εισαγόμενων τιμών πέρασε εύκολα από τις επιχειρήσεις στους καταναλωτές διαφοροποιώντας τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων σε σύγκριση με τα προηγούμενα πληθωριστικά επεισόδια. Στα επίπεδα αυτά, επειδή οι καταναλωτές μπορούσαν να «τιμωρήσουν» τις επιχειρήσεις μειώνοντας τα μερίδιά τους όταν αυξάνονταν οι τιμές τους, οι επιχειρήσεις απορροφούσαν μέρος του πληθωρισμού.

Τώρα όμως, επειδή υπήρχε μία πολύ καθαρή ανελαστική αιτία ανόδου των τιμών (ενέργεια), οι γραμμές εφοδιασμού ήταν προβληματικές (στον απόηχο του Covid) και υπήρχαν υπερβάλλουσες αποταμιεύσεις (λόγω ενισχύσεων Covid), οι επιχειρήσεις, στην πρώτη φάση, μπόρεσαν να διατηρήσουν τα ποσοστά κέρδους τους δημιουργώντας γρήγορες ανοδικές πιέσεις στις τιμές.

Τελικά έχει εκτιμηθεί (IMF) ότι το 2022 οι τιμές εισαγόμενων (ενέργεια, τρόφιμα) ευθύνονταν για την άνοδο του πληθωρισμού κατά 45%, ο πληθωρισμός κερδών κατά 45%, το κόστος εργασίας κατά 25%, με τους φόρους να έχουν αποπληθωριστική επίδραση. Σήμερα πάντως (IMF) εκτιμάται ότι ο πληθωρισμός κερδών βρίσκεται υψηλότερα, γύρω στο 50% της συνολικής επιρροής στην άνοδο των τιμών. Για την Ελλάδα η αύξηση – ρεκόρ (ΤτΕ) του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος των εισηγμένων εταιρειών για το 2022 είναι ενδεικτική όπως και η ένταση στον τραπεζικό τομέα και στην ακτοπλοΐα.

Επίσης έτσι ερμηνεύεται και ένα μέρος του επίμονου πληθωρισμού τροφίμων (μαζί με την κλιματική αλλαγή και το Ουκρανικό) αφού οι εταιρείες στον χώρο αυτό μπορούν πιο εύκολα (λόγω διατροφικής ανάγκης) να συντηρούν τις τιμές και τα κέρδη τους.

Στη δεύτερη φάση του πληθωριστικού επεισοδίου που ζούμε τώρα και θα διαρκέσει δύο με τρία χρόνια, ο πληθωρισμός κερδών θα διατηρήσει την ισχύ του και η εργατική πίεση για αύξηση των μισθών θα έχει σοβαρότερο ρόλο. Παράλληλα η κλιματική αλλαγή και το Ουκρανικό διατηρούν τις πιέσεις στις τιμές των τροφίμων. Όλες όμως οι εκτιμήσεις συγκλίνουν προς μία ιδιαίτερα σημαντική και αναπόφευκτη άνοδο της αμοιβής εργασίας που θα οδηγήσει σ’ έναν βαθμό στην εξισορρόπηση των πληθωριστικών απωλειών. Μην ξεχνάμε ότι η αγορά εργασίας διατηρείται «σφικτή» και υπάρχουν αρκετοί πρόσθετοι λόγοι γι’ αυτό. Δηλαδή το αναπόφευκτο αλλά και εξισορροπητικό ενδεχόμενο που μπορεί να συμβεί είναι να εγκατασταθούν στην ευρωπαϊκή οικονομία πληθωριστικές προσδοκίες μέσα από μία ενδογενή σπειροειδή διαδικασία πιέσεων κερδών και εργατικού κόστους.

Επειδή υπάρχει λοιπόν αυτή η πιθανότητα η νομισματική πολιτική θα διατηρηθεί, προς το παρόν, περιοριστική όπως και οι ενισχύσεις στους πλέον ευάλωτους, έστω ως το τέλος αυτού του έτους.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 17 Ιουλίου 2023