Έχει δημιουργηθεί ένα ερωτηματικό για τον υψηλό ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2023 παρά τη σχετική προσγείωση (ΟΟΣΑ, Τράπεζα της Ελλάδος) των προσδοκιών για το 2024. Η δική μας πρόβλεψη (ΟΤ) επιμένει σε μια εκτίμηση για το 2024 περίπου στο 2,10%, κοντά σε αυτό που καταλήγουν σήμερα οι αναλυτές, αλλά υποεκτιμήσαμε τον ρυθμό ανάπτυξης του 2023 τον οποίο επίσης τοποθετούσαμε στο 2,10%. Ωστόσο υπάρχουν πλέον πραγματικές ενδείξεις ότι ο ελληνικός ρυθμός μεγέθυνσης για το 2023 μπορεί να προσεγγίσει και το 2,7%! Αυτή είναι έκπληξη η οποία χρειάζεται κάποια μορφής ερμηνεία λαμβανομένου υπόψη ότι και ο ρυθμός ανάπτυξης στην ευρωζώνη προσγειώνεται κάπου κοντά στη μονάδα.

Άλλο ένα μακροοικονομικό στοιχείο προβληματίζει: το ποσοστό αποταμίευσης των Ελλήνων το 2022 ήταν αρνητικό (-4%) έναντι αποταμίευσης 12,7% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Με άλλα λόγια, τα νοικοκυριά στην Ελλάδα ξοδεύουν περισσότερα από το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημά τους και επομένως είτε χρησιμοποίησαν τις «εξαναγκαστικές» αποταμιεύσεις του COVID είτε δανείστηκαν. Και επειδή ο τελευταίος αυτός παράγοντας (λόγω επιτοκίων) δεν λειτουργεί, προφανώς ανάλωσαν (και υπό την πίεση του πληθωρισμού) αποταμιεύσεις. Επιπροσθέτως, η παραοικονομία (20% του ΑΕΠ) είναι παρούσα ενισχύοντας τον ρυθμό της ιδιωτικής κατανάλωσης (+3,6% για το 2023). Στο σημείο αυτό να τονίσουμε ότι ο ρυθμός αύξησης των μισθών και αμοιβής εργασίας (περίπου 6%) και το ατομικό διαθέσιμο εισόδημα εμφανίζει για το 2023 ικανοποιητική θετική μεταβολή (περίπου +6%) που επίσης λειτούργησε θετικά στην καταναλωτική συμπεριφορά.

Αρχίζουμε λοιπόν να καταλαβαίνουμε καλύτερα τα πραγματικά δεδομένα του 2023. Ωστόσο, για να το επιτύχουμε αυτό, θα πρέπει να δούμε δύο στοιχεία: το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που είχε σημαντική μειωμένη επίδραση (-3,97% του ΑΕΠ το 2023 έναντι -9,61% το 2022) και τον θετικό ρόλο των επενδύσεων (+8,4% το 2023), και μάλιστα των ιδιωτικών επενδύσεων (+8,5%). Προφανώς έπαιξε και θα συνεχίσει να παίζει θετικό ρόλο το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά η προσοχή μας θα πρέπει να πέσει στα ακίνητα, όπου συμβαίνουν δύο πράγματα: το πρώτο είναι η υψηλή ζήτηση κατοίκων (χρυσή βίζα και βραχυχρόνια τουριστική διαμονή με την απορρόφηση του 40% των άμεσων ξένων επενδύσεων του 2023). Το δεύτερο είναι η μεταβολή της αξίας τους, η οποία τα τρία τελευταία χρόνια παρουσιάζει το ένα μετά το άλλο ρεκόρ αυξήσεων, με αποτέλεσμα οι τιμές των ακινήτων να απέχουν λίγο από τα προ κρίσης (2010) επίπεδα και η οποία προκαλεί ένα «αποτέλεσμα πλούτου» (wealth effect) στα νοικοκυριά που αισθάνονται οικονομικά ασφαλέστερα. Να σημειωθεί ότι (2022) 7.178.651 φυσικά και νομικά πρόσωπα διαθέτουν μια ακίνητη περιουσία 770 δισ. ευρώ (αντικειμενικές αξίες) με ένα ποσοστό ιδιοκατοίκησης, το οποίο μειώνεται, αλλά πάντως προσεγγίζει το 72,8%.

Προς το παρόν να σημειώσουμε ότι η αύξηση της ελληνικής αγοράς ακινήτων συνεχίζεται, με τη μέση τιμή των κατοικιών να αυξάνεται κατά 14,5% ετησίως (1ο τρίμηνο του 2023 ή 111 δισ. ευρώ αύξηση πλούτου εάν ήταν ισομερής), που είναι ο ισχυρότερος ρυθμός εδώ και 30 χρόνια.

Από εδώ και πέρα πάντως συγκεντρώνονται αρκετά ερωτηματικά για τη σχέση ακινήτων και ανάπτυξης.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 4 Δεκεμβρίου 2023