Όταν ένα κράτος νομοθετεί, δηλαδή ρυθμίζει με σημαντικό βαθμό υποχρεωτικότητας, τη ζωή και τις αποφάσεις των φυσικών και νομικών υποκείμενών του, θεωρητικά λαμβάνει όλα τα μέτρα ώστε τα μέσα που θεσμοθετεί να ανταποκρίνονται στους στόχους της καλής νομοθέτησης. Με άλλα λόγια θα έπρεπε να κάνει μία ex-ante (εκ των προτέρων) και μία ex-post (εκ των υστέρων) αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των νομοθετημάτων του. Είναι ζήτημα ορθολογικότητας, διαφάνειας, ανθεκτικότητας και αποτελεσματικότητας.

Για πάρα πολλούς όμως λόγους η νομοθέτηση, με βάση την ex-ante αξιολόγηση κόστους και οφέλους, μπορεί να μην είναι επιτυχής: α) Μπορεί το επίπεδο ανάλυσης των συνεπειών της ρύθμισης να είναι ανύπαρκτο ή χαμηλής ποιότητας και να αποτύχει να συλλάβει τις επιπτώσεις του νομοθετήματος, β) Μπορεί οι στόχοι που τίθενται να απέχουν από την πολιτική άρα και την κοινωνική βούληση, γ) Υπάρχει αβεβαιότητα και τυχαιότητα που ανατρέπει σχεδιασμούς, δ) Μπορεί οι πραγματικές συνθήκες να μεταβάλλονται και η ρύθμιση να είναι πλέον παρωχημένη, ε) Στην οικονομική και κοινωνική ζωή που είναι πλέον ιδιαίτερα περίπλοκη μπορεί να υπάρχουν διασυνδέσεις και αλληλεπιδράσεις που να οδηγούν σε αναπάντεχες επιδράσεις με τελικό αποτέλεσμα το κόστος να είναι πολύ μεγαλύτερο και ποιοτικά διαφορετικότερο απ’ ότι σχεδιαζόταν στην αρχή, στ) Υπάρχει η διεπιστημονικότητα της ανάλυσης των αντικειμένων.

Στην Ελλάδα έχει εισαχθεί η πρακτική της ex-ante αξιολόγησης μέσω της Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης των Ν/Σ, και καθόλου η ex-post.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση όμως και βεβαίως σε κάθε ορθολογικά οργανωμένο και δημοκρατικό κράτος, αναπτύσσονται καλές πρακτικές ex-post αξιολόγησης των ρυθμίσεων που καθιερώνουν την ανάλυση των μετέπειτα επιδράσεων (impacts assessment procedures) που αναλύουν τι συμβαίνει σήμερα και τι πρόκειται να συμβεί με βάση τα δεδομένα εφαρμογής της ρύθμισης.

Βεβαίως σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει πάντοτε το πρόβλημα της προσωποποίησης και αντικειμενοποίησης των ωφελούμενων. Όμως όσο υπάρχουν μεταβιβάσεις, θα υπάρχουν και αστοχίες αλλά αυτό είναι ένα πρόσθετο και διαφορετικό πρόβλημα.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω είναι η οργάνωση των δημοσιονομικών παρεμβάσεων με Ενισχύσεις, Μεταβιβάσεις, Φοροαπαλλαγές όπως στην περίπτωση της Ενεργειακής Κρίσης και του Covid.

Με βάση τον προϋπολογισμό του 2023 οι παρεμβάσεις της δημοσιονομικής πολιτικής για την ενεργειακή κρίση συμποσούνται στα 12,5 δισ. ευρώ με τελική πάντως επιβάρυνση τα 4,6 δις ευρώ!

Το ίδιο συμβαίνει και με την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας για το έτος 2023 πάντα. Πρόκειται για συνολικό δημοσιονομικό κόστος ύψους 4,3 δισ. ευρώ.

Εάν προσέξει κάποιος τους επιμέρους λογαριασμούς στον Κρατικό Προϋπολογισμό θα δει αρκετά πράγματα που ζητούν βελτίωση και έλεγχο αποτελεσματικότητας, αφού π.χ. η Ενεργειακή Μετάβαση, που αποτελεί σοβαρό μέρος των παρεμβάσεων για την ενεργειακή κρίση, είναι κυρίως μακροπρόθεσμο έργο. Επίσης, η παρέμβαση στο κόστος μεταφοράς που στις νησιωτικές περιοχές που ο πληθωρισμός τον συνδέει με τον Covid είναι ένα μονιμότερο πρόβλημα.

Επιβάλλεται λοιπόν η καλύτερη οργάνωση και του πλαισίου της ex-ante αξιολόγησης (εδώ γίνονται αρκετές ενέργειες σε επίπεδο κυρίως επιμόρφωσης των στελεχών των υπουργείων), αλλά στο πολύ σημαντικό πεδίο της ex-post αξιολόγησης (impact assessment), υπάρχει ελάχιστη θεσμική προετοιμασία ως πλήρη αγνόηση του θέματος. Η υιοθέτησή της θα ήταν μία ουσιαστική θεσμική μεταρρύθμιση.

Η παρούσα εξάλλου χρονική υστέρηση μεταξύ του πληθωρισμού και της επανόρθωσης των πληγέντων εισοδημάτων απαιτεί νέες παρεμβάσεις πολιτικής, και γι’ αυτό χρειάζονται πόροι που μπορούν να εξοικονομηθούν και μέσω των διαδικασιών αξιολόγησης των επιπτώσεων των νομοθετικών ρυθμίσεων.

Πηγή: liberal.gr

Νοέμβριος 2023