Έχουμε ξαναγράψει για τη δυσαρέσκεια των πολιτών για την οικονομία και τον πληθωρισμό. Οι τρεις προτεραιότητες που φαίνεται να απασχολούν τους πολίτες είναι η ακρίβεια, οι προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας και η ανεργία. Είναι λοιπόν σαφές ότι οι πολίτες δεν είναι καθόλου ευχαριστημένοι με τον πληθωρισμό που ενέσκηψε το 2022 και την αντίστοιχη καθήλωση του ατομικού διαθέσιμου εισοδήματος των Ελλήνων. Το 2023 το ατομικό διαθέσιμο εισόδημα θα γνωρίσει μία καλή αύξηση μέσω των αυξήσεων του κατώτατου μισθού και των αυξήσεων κυρίως στον δημόσιο τομέα, αλλά είναι γενική παραδοχή ότι οι αυξήσεις στο μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού τομέα ακόμα υστερούν.

Τρεις παράγοντες επιδρούν ανασχετικά προς την κατεύθυνση αυτή: Ο πρώτος είναι ο χαμηλός βαθμός συσπείρωσης στα εργατικά συνδικάτα και ο χαμηλός βαθμός εμπιστοσύνης (αρκετά λιγότερος από άλλους θεσμούς, όπως η κυβέρνηση κ.λπ.) προς αυτά. Η εντύπωση είναι ότι δίνουν ιδιαίτερη προσοχή (και σ’ έναν βαθμό σωστά) στα γενικότερα θέματα της εποχής και λιγότερο στον κύριο σκοπό ύπαρξής της. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι επανειλημμένα και το IMF και η ECB (μάλλον συντηρητικοί θεσμοί) έχουν θίξει το ζήτημα του «πληθωρισμού των κερδών» υποδεικνύοντας ότι το 50% της αύξησης των τιμών θα πρέπει να αποδίδεται εκεί. Η τεχνοκρατική αυτή παρατήρηση επιβεβαιώνει αυτό που όλοι έχουμε καταλάβει ότι τα κέρδη μεγεθύνθηκαν γρήγορα μέσω της «αυτόματης» αύξησης των τιμών. Ταυτοχρόνως βεβαίως η εισοδηματική και καταναλωτική δύναμη μειώθηκε και υπό την επιρροή της μεταφοράς πλούτου στους παραγωγούς ενέργειας. Έτσι εξάλλου εξηγούνται και οι φόβοι που έχουν αναπτυχθεί ότι ενδεχομένως οδεύουμε προς μία προσγείωση της οικονομίας στις ΗΠΑ πιθανόν και σχεδόν με βεβαιότητα στην Κεντρική Ευρώπη αφού τα κέρδη δεν βρίσκουν τον δρόμο τους και προς τις αυξήσεις των μισθών αλλά και της καλής προοπτικής των κεφαλαιαγορών το 2024.

Θα γίνουν τα κέρδη επενδύσεις για να βοηθήσουν πολλαπλασιαστικά και να ανέλθει και η παραγωγικότητα της εργασίας; Εδώ ερχόμαστε στον δεύτερο λόγο ανάσχεσης των αυξήσεων των μισθών. Ενδεχομένως ένα μέρος τους ναι. Αυτό όμως θα γίνει σε δύο με τρία χρόνια στην καλύτερη περίπτωση. Επίσης οι επενδύσεις έχουν χαρακτήρα συνήθως υψηλής τεχνολογίας με λίγα εγχώρια πολλαπλασιαστικά οφέλη. Συνακόλουθα το μερίδιο της εργασίας στο παραγόμενο και διανεμημένο προϊόν συρρικνώνεται. Ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων (χαμηλή, μεσαία εξειδίκευση) δεν ωφελείται.

Τέλος, ο τρίτος λόγος ανάσχεσης στις αυξήσεις μισθών είναι η φανερή και κρυφή ανεργία που πιέζει τις αμοιβές. Μόνο στην Ελλάδα οι έρευνες εργατικού δυναμικού αποτυπώνουν ένα εργατικό δυναμικό 4.100.000 – 4.300.000 ατόμων αλλά οι Εθνικοί Λογαριασμοί θεωρούν ότι οι πραγματικοί εργαζόμενοι (μαύρη οικονομία κ.λπ. είναι 4.900.000). Ίσως γι’ αυτό και ο ΟΑΕΔ καταγράφει 800.000 ανέργους.

Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να διορθωθεί παρεμβατικά (αυξήσεις μισθών, πρόστιμα κ.τλπ.) από ένα Δημόσιο το οποίο αγωνιά να διατηρήσει τη δημοσιονομική ισορροπία, την επενδυτική βαθμίδα και την τυχαιότητα του μέλλοντος σε μία ορθά λειτουργούσα οικονομία. Είναι πάνω απ’ όλα ζήτημα επιχειρήσεων και εργαζομένων. Όλοι στο ίδιο καράβι βρισκόμαστε.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 20 Νοεμβρίου 2023