Η νέα προεκλογική επικαιρότητα έχει πυροδοτηθεί από δύο πλευρές: Η μία ήταν οι προεκλογικές εξαγγελίες των κομμάτων οι οποίες έθεσαν οικονομικά ζητήματα. Η δεύτερη ήταν οι παρεμβάσεις πολιτειακών παραγόντων, όπως του διοικητή της Τραπέζης Ελλάδος, αλλά και εκπροσώπων επιμελητηρίων κ.λπ., οι οποίες τόνισαν ορισμένες κρίσιμες πλευρές της συζήτησης.

Την προσοχή μας απέσπασε το φορολογικό, παρόλο που υπήρχε πλήθος οικονομικών θεμάτων που θα μπορούσαν να το κάνουν το ίδιο, με την ίδια ή μεγαλύτερη προτεραιότητα: εκπαίδευση, οικογενειακή υποστήριξη, θέματα υγείας, Δικαιοσύνης κ.λπ. Αυτό συμβαίνει διότι οι Έλληνες πολίτες είναι κουρασμένοι με την υπερφορολόγηση που επιβλήθηκε κατά τη μνημονιακή περίοδο, με την απώλεια του οικονομικού και συλλογικού εισοδήματος. Μάλιστα, να σημειωθεί ότι κατά τη μνημονιακή καταιγίδα έγινε μια παράλληλη μειωτική μετατόπιση της εξέλιξης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, περίπου κατά 30% και δεν φαίνεται να υπάρχει ορατή προοπτική επαναφοράς στην προ του 2010 τάση. Συγχρόνως, όμως, μόνο ένα μέρος της κοινωνίας κουβαλάει το φορολογικό της βάρος.

Άρα, πολύ λογικά, και επειδή επικοινωνιακά είναι περισσότερο εύκολο, συσσωρεύτηκε μια σειρά από πολιτικές προτάσεις, οι οποίες είχαν ως πυρήνα τη μείωση των φόρων, την αύξηση των δημόσιων επιδομάτων ή ακόμα και την αύξηση των «αντιλαϊκών» φόρων (φόρους μερισμάτων).

Ευτυχώς ορθώθηκαν εγκαίρως φωνές (συμπεριλαμβανομένης της στήλης μας) που δεν συμφωνούσαν με αυτήν την απλή θεώρηση της διαχείρισης του δημόσιου θησαυροφυλακίου. Θα ήταν πολύ πιο ορθολογικό, υποστηρίζουν, να στοχεύουμε προς τον περιορισμό της φοροδιαφυγής! Εξάλλου, ο κίνδυνος της δημοσιονομικής εκτροπής είναι πάντα εδώ.

Εδώ εισήλθε και ο κεντρικός τραπεζίτης και, έχοντας μια καθαρή εικόνα των μεγεθών, έθεσε το θέμα: «Στη φοροδιαφυγή… θεωρούμαστε πρωταθλητές στην Ευρώπη, τώρα τα νούμερα δεν έχουν και πολύ μεγάλη σημασία, αλλά να σας πω κάτι; Τα νούμερα που θα προκύψουν από τις αλλαγές σε φορολογικούς συντελεστές, που είναι το αντικείμενο της διαμάχης των κομμάτων, είναι τίποτα, τίποτα, είναι μόρια μικρά, είναι νούμερα μετά την υποδιαστολή ως ποσοστά του ΑΕΠ, σε σχέση με την τεράστια φοροδιαφυγή. Σας είπα, 80 δισεκατομμύρια δηλωμένα εισοδήματα, 140 δισεκατομμύρια η κατανάλωση και παράλληλα αύξηση αποταμιεύσεων. Ε, σκεφτείτε το λιγάκι».

Ο υπολογισμός του είναι πολύ απλός: Εντοπίζει μια κατανάλωση που δεν προέρχεται από δηλωμένα εισοδήματα ύψους 60 δισ. (140-80 δισεκατομμύρια). Σήμερα (2022) τα φορολογικά έσοδα είναι 45,6 δισ. και το ΑΕΠ 210 δισ., άρα στα δηλωμένα εισοδήματα ο μέσος φορολογικός συντελεστής είναι 21,7%. Εάν αυτός ο μέσος φορολογικός συντελεστής εφαρμοστεί στα «αποκαλυφθέντα» 60 δισ., τότε η ετήσια φοροδιαφυγή είναι 13 δισ. ευρώ.

Στο ίδιο περίπου συμπέρασμα έχουμε καταλήξει και από έναν διαφορετικό δρόμο: Στην Ελλάδα η παράλληλη οικονομία εκτιμάται γύρω στο 20,93% (Schneider – FISC European Parliament 2022). Δηλαδή το πραγματικό μας ΑΕΠ είναι 254 δισ. Φανταστείτε μόνο τι κατρακύλα θα είχε η σχέση χρέους προς ΑΕΠ και πόσο καλύτερη θα ήταν η θέση μας στις αγορές κεφαλαίου εάν αυτό συμβεί. Επίσης, σημειώστε ότι πριν από περίπου δέκα χρόνια η παραοικονομία υπολογιζόταν γύρω στο 30%, αλλά αυτή μειώθηκε σταδιακά (πλαστικό χρήμα, ΑΑΔΕ), κατέβηκε στο 19% πριν από την πανδημία και ξανανέβηκε γύρω στο 22%. Συνεπώς με 21,7% μέσο φορολογικό συντελεστή η φοροδιαφυγή θα ήταν 9,6 δισ.

Δεν έχει μεγάλη σημασία εάν η φοροδιαφυγή είναι 9,6 ή 13 δισ. ή κάπου εκεί. Μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι η μέτρηση της παραοικονομίας είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Η ουσία είναι ότι ένα τέτοιο μέγεθος είναι δυσθεώρητο για μια πολιτισμένη κοινωνία.

Να σημειωθεί ότι δεν πρέπει να σκεπτόμαστε ότι η παραοικονομία θα εξαλειφθεί ποτέ πλήρως. Ακόμα και στη βόρεια Ευρώπη υπάρχει σε αξιόλογο ποσοστό (6%-12%). Εξάλλου, η παραοικονομία φιλοξενεί, εκτός από τους σκόπιμα φοροδιαφεύγοντες, τους λιγότερους παραγωγικούς, που δεν βρίσκουν (π.χ. επιχειρηματικότητα ανάγκης) εύκολα διέξοδο σε πιο ανταγωνιστικές συνθήκες απασχόλησης. Άρα, ψάχνουμε 5-7 δισ. ευρώ, όχι όμως από τα συνηθισμένα φορολογικά υποζύγια! Εάν τα διαθέταμε, θα είχαμε ένα πολύ καλύτερο επίπεδο οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Όσο, βέβαια, η οικονομία εκσυγχρονίζεται, τόσο θα μειώνεται η σκιώδης οικονομία. Μέχρι τότε, όμως, ας γνωρίζουμε ότι ο περιορισμός της είναι βαριά προτεραιότητά μας για λόγους που συνδέονται με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Real News, 18 Ιουνίου 2023

Ιούνιος 2023