Ο πρώτος γύρος των εκλογών έληξε και το ερώτημα λοιπόν που γεννιέται αφορά το μακροοικονομικό περιβάλλον στο οποίο θα λειτουργήσει η νέα κυβέρνηση.

Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι η ελληνική οικονομία δεν φαίνεται να επηρεάζεται από την πραγματικότητα στην Ευρώπη που θέλει να ασκούνται πιέσεις από τη χρηματοπιστωτική σύσφιγξη και το ΑΕΠ υπερβαίνει τον μέσο όρο ανάπτυξης της ευρωζώνης. Το γεγονός είναι ότι η οικονομία εξαρτάται σημαντικά από τις υπηρεσίες και μάλιστα από έναν τομέα, τον τουρισμό, που αποδεικνύεται μέχρι τώρα αρκετά ανθεκτικός αν και δεν γνωρίζουμε πόσο θα αντέξει στις πληθωριστικές πιέσεις. Ο ευρωπαϊκός Βορράς εξαρτάται περισσότερο από τη βιομηχανία η οποία υφίσταται τις πιέσεις της αβεβαιότητας που συνδέονται με τον χώρο της ενέργειας (γεωστρατηγικά).

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στην ευρωζώνη η καταναλωτική δύναμη εξασθενεί με τον πληθωρισμό, και άρα μειώνεται η τωρινή και προσδοκώμενη (επιτόκια) κατανάλωση και συνακόλουθα ο ρυθμός μεγέθυνσης. Και ο Νότος πώς ξεφεύγει; Πέρα από τη σημαντική στήριξη στις υπηρεσίες στην Ελλάδα, η επιτυχημένη αντι-Covid δημοσιονομική πολιτική δημιούργησε αποταμιεύσεις που μπορούν να καταναλώνονται τώρα. Εξάλλου υπάρχει πάντοτε η παραοικονομία! Βοηθά την κατανάλωση που μέρος της αυξητικής της επίδρασης περνάει στην καταγραφόμενη οικονομία.

Εδώ να σημειώσουμε και τις χρηματοδοτήσεις του ΕΣΠΑ και ιδιαιτέρως του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι δανειακοί πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης μας βοηθούν να ξεφύγουμε από τη λαβίδα που ασκεί η χρηματοπιστωτική σύσφιγξη. Επειδή το σχετικό μέγεθός τους για την Ελλάδα είναι μεγάλο, αποτελεί πρώτης τάξεως διέξοδο διαφυγής από τους ενιαίους κανόνες νομισματικής πολιτικής που χαρακτηρίζονται από τα αυξανόμενα επιτόκια και τη νομισματική σύσφιγξη (τραπεζικές επιστροφές στην ECB).

Το σοκ αβεβαιότητας του 2022 στις επενδύσεις βάρυνε την ανάπτυξη του 2023 αλλά αυτό δεν θα συνεχιστεί διότι από το 2023, λόγω θετικής έκβασης εκλογών, θα ασκηθούν θετικές πιέσεις στις επενδύσεις και συνακόλουθα στον ρυθμό μεγέθυνσης, ενώ αντιθέτως μειωτικές επιδράσεις ασκούνται από το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (-5,3% του ΑΕΠ το 2023) λόγω κυρίως των καυσίμων.

Το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο το 2023 θα είναι οριακά θετικό οδηγώντας σε αρνητικό κρατικό ισοζύγιο που δεν θα υπερβεί όμως το -3% (νέοι δημόσιοι νομικοί ευρωπαϊκοί κανόνες) αφού θα κινηθεί γύρω στο -1,5%.

Είναι γεγονός ότι με αυτές τις επιδόσεις εισερχόμαστε σε μία συγκρατημένη οικονομική περίοδο ανάπτυξης όπου την προσοχή μας αρχίζουν να την αποσπούν πλέον, εκτός από τα ζητήματα προώθησης της καινοτομίας της προστασίας των ευάλωτων και της αναδιοργάνωσης της δικαιοσύνης, τα θέματα βελτίωσης της παραγωγικότητας και επιτάχυνσης του ρυθμού μεγέθυνσης.

Η νέα περίοδος θα χαρακτηριστεί κυρίως από την απαιτούμενη αυξημένη ικανότητα της νέας διοίκησης διότι μέχρι τώρα οι μακροοικονομικές συνθήκες διαχείρισης λόγω των έκτακτων συνθηκών ήταν αρκετά πιο απλές. Οι στόχοι του κατά κεφαλήν διαθέσιμου εισοδήματος να αυξηθεί κατά 25% εντός της τετραετίας και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, σε σταθερές όμως τιμές, να φθάσει στο τέλος της τετραετίας στο επίπεδο του 2010 είναι φιλόδοξοι αλλά πάντως οριακά εφικτοί.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 6 Ιουνίου 2023