Το θέμα της αναθεώρησης των φοροαπαλλαγών ετέθη πρόσφατα από τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος στη βάση της αναζήτησης πρόσθετων δημοσιονομικών πόρων. Εμείς εδώ σήμερα αγγίζουμε το θέμα από την πλευρά των αρχών της καλής νομοθέτησης.

Με την πάροδο των ετών έχουν συσσωρευτεί 1.047 φοροαπαλλαγές που αφορούν τη φορολογία εισοδήματος, τον ΕΝΦΙΑ, τις μεταβιβάσεις ακινήτων, τις γονικές παροχές, τις κληρονομιές, τον ΦΠΑ και τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης κόστους 12,9 δισ. ευρώ. Μάλιστα την τελευταία τριετία στη λίστα έχουν προστεθεί 225 νέες ρυθμίσεις με το συνολικό κόστος για τον προϋπολογισμό να έχει αυξηθεί κατά 3,92 δισ. ευρώ αφού από 8,96 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2019 έφθασε το 12,88 του 2022 («Ο.Τ.», 23/11/2022).

Προφανώς η κρίση του Covid αλλά και το ενεργειακό έπαιξαν ρόλο στη διόγκωση των φοροαπαλλαγών. Το 2016 οι φοροαπαλλαγές ήταν 716 και άθροιζαν λίγο πάνω από τα 3 δισ. ευρώ. Σε αριθμούς το μεγαλύτερο μέρος των φοροαπαλλαγών το έχουν φυσικά πρόσωπα με 22% των εξαιρέσεων, 4% των περιπτώσεων αφορούν κρίσεις (Covid, φυσικές καταστροφές), 8% αφορούν τον ΦΠΑ και 20% αφορούν επιχειρήσεις.

Ουσιαστικά το εύρος των «φοροαπαλλαγικών» παρεμβάσεων είναι ευρύτατο και διογκούμενο σε σημείο να επιβάλλεται ο περιορισμός τους για να είμαστε σε θέση να τις ξαναχρησιμοποιήσουμε στην επόμενη κρίση.

Εδώ υπεισέρχονται οι κανόνες καλής νομοθέτησης, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, εισάγουν την έννοια της περιοδικής επαναξιολόγησης των νομοθετημάτων. Η περίπτωση της καθιέρωσης φοροαπαλλαγών ίσως είναι η πλέον κατάλληλη περίπτωση εφαρμογής της αρχής αυτής.

Υπό κανονικές συνθήκες και συμφώνως με την ισχύουσα νομοθεσία οργάνωσης της νομοθετικής λειτουργίας, κάθε νομοθετική ρύθμιση συνοδεύεται από την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης (ΑΣΥΡ), στην οποία πυρήνας βρίσκεται η κοινωνικοοικονομική αξιολόγηση, με άλλα λόγια η σκοπιμότητα της εισαγωγής της εκάστοτε ρύθμισης. Η συνήθως αναζητούμενη πρόβλεψη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για το κόστος της δημοσιονομικής επιβάρυνσης είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου των κοινωνικοοικονομικών απαιτήσεων που υπάρχουν από μία καλή νομοθετική λειτουργία. Η στοχοθεσία και συνακόλουθα η προσφορά κριτηρίων ελέγχου της αποτελεσματικότητας είναι πολύ σημαντικότερες λειτουργίες από την απλή παράθεση των εκάστοτε ρυθμίσεων. Εάν αυτό συνέβαινε κατά τρόπο αποτελεσματικό, θα υπήρχε πολύ μεγάλη πρόοδος στη διαφάνεια και τη λογοδοσία στη χώρα μας.

Είναι λοιπόν πολύ ορθότερο τα νομοθετήματα πολιτικής να υπόκεινται σε αυτόματη πενταετή επανεξέταση, μέσω της λήξης της αυτόματης λήξης ισχύος τους. Αυτό θα πρέπει να εφαρμόζεται ιδίως σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κόστος και όφελος της κοινωνίας.

Στο τέλος της πενταετούς περιόδου θα αποφασίζεται ποιες ρυθμίσεις πέτυχαν τον στόχο τους, ποιες απέτυχαν (και είναι πάρα πολλές) και τι κόστος και όφελος έχουν. Οι όποιες αποφάσεις επί των σημείων αυτών θα πρέπει για την εφαρμογή τους να έχουν μία διετή περίοδο χάριτος ώστε να μη διαταράσσεται, όπως π.χ. στην περίπτωσή μας, ο φορολογικός ορίζοντας των επιχειρήσεων και των φυσικών προσώπων.

Θα είναι μεγάλη έκπληξη για όλους τα αποτελέσματα μιας παρόμοιας διαδικασίας. Ας το δοκιμάσουν τουλάχιστον τα παραγωγικά υπουργεία.

Ένα ορθολογικότερο Δημόσιο χρειαζόμαστε επειγόντως.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 13 Νοεμβρίου 2023