Η μεγάλη εικόνα του νέου πολέμου στη Μ. Ανατολή για την παγκόσμια (και την ελληνική) οικονομία θέλει κάποιο χρόνο για να αποκρυσταλλωθεί, αλλά θα κάνουμε μία υπόθεση εργασίας με την ευχή να ισχύσει: Ο πόλεμος Ισραήλ – Χαμάς θα περιοριστεί στη μεταξύ τους σύγκρουση, με άλλα λόγια δεν θα εμπλακεί ενεργά η Χεζμπολάχ και κατ’ επέκταση το Ιράν. Έτσι, δεν θα αναπτυχθούν οι εντάσεις μεταξύ Ισραήλ και ΗΠΑ με το Ιράν, άρα η διάβαση στα στενά του Ορμούζ δεν θα απειληθεί. Εξάλλου οι υπόλοιπες αραβικές χώρες δεν φαίνεται, μέχρι στιγμής, ότι έχουν διάθεση να αναμειχθούν. Τελικά, κάτω από τις προϋποθέσεις αυτές, οι τιμές του πετρελαίου και του αερίου θα δεχτούν κάποιες αυξητικές πιέσεις, αλλά τα όρια δυνατότητας ανόδου είναι περιορισμένα και έχουν και εποχική διάσταση.

Θα πρέπει να συμφωνήσουμε όμως ότι έτσι και αλλιώς η παγκόσμια αβεβαιότητα αυξάνεται, αν και όχι δραματικά αλλά πάντως αισθητά. Αν μάλιστα προστεθεί στην εικόνα και το Ουκρανικό, τελικά η Ελλάδα (και η Κύπρος) βρίσκονται σε μία περιοχή όπου το γεωστρατηγικό θερμόμετρο έχει ανέβει, με την Τουρκία να προσπαθεί να αποκτήσει έναν ενεργό ρόλο, και οι ΗΠΑ ανακόπτουν την έξοδό τους από την περιοχή.

Σε μεσοπρόθεσμη βάση θα πρέπει ίσως να προετοιμαστούμε για αύξηση των παλαιστινιακών μεταναστευτικών ροών αλλά και τη συνέχιση της εισροής ισραηλινού ενδιαφέροντος για την ελληνική οικονομία (κτηματαγορά, καινοτομία), ενώ τα μεγάλα επενδυτικά σχέδια στην περιοχή θα πρέπει να αναβληθούν. Όμως η σχετική αύξηση της γεωστρατηγικής αβεβαιότητας κάνει την παγκόσμια οικονομική προοπτική περισσότερο δυσανάγνωστη από ό,τι είναι μέχρι τώρα. Περιμέναμε ένα soft landing στις ΗΠΑ και ελαφρά ύφεση στην Κεντρική Ευρώπη ενώ η Ελλάδα υπεραποδίδει. Τώρα είναι λογικό να σκεπτόμαστε ότι οι νομισματικές αρχές (Fed, ΕΚΤ) θα είναι πιο προσεκτικές πριν προχωρήσουν σε άλλη μία αύξηση των επιτοκίων και περαιτέρω νομισματική σύσφιξη, όπως ήμασταν σχεδόν βέβαιοι ότι θα έκαναν πριν αρχίσουν τα πολεμικά γεγονότα, δεδομένου ότι ο μέσος πληθωρισμός διατηρείται υψηλότερα του στόχου του 2%. Συνεπώς καταλήγουμε ότι η παρούσα κρίση ίσως συντελέσει να αναβληθεί μία επόμενη κίνηση νομισματικής σύσφιξης, αλλά να μην έλθει νωρίτερα η πρώτη μείωση των επιτοκίων, όπως αναμενόταν μετά το πέρας του πρώτου εξαμήνου του 2024, και τελικά να τοποθετηθεί προς το τέλος του επόμενου έτους.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Καθημερινή, 15 Οκτωβρίου 2023