Η διεθνής οικονομική κατάσταση θα αρχίσει να δείχνει την από μακρόν αναμενόμενη αδυναμία. Εκτιμάται ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα είναι θετική 1,9% το 2023, ένα από τα μικρότερα ποσοστά ανάπτυξης εδώ και πολλά χρόνια, για να ανακάμψει στο 2,2% το 2024. Οι ανεπτυγμένες χώρες θα αναπτυχθούν μόνο κατά 0,7% το 2023 και 0,9% το 2024. Το ίδιο σχεδόν και η ευρωζώνη.

Η υφεσιακή πίεση που ασκείται προέρχεται κυρίως από τη χρηματοπιστωτική αστάθεια και τον συνακόλουθο περιορισμό της τραπεζικής χρηματοδότησης μέσω της αύξησης των επιτοκίων αλλά και μέσω της μείωσης των διαθέσιμων πιστώσεων.

Στην άλλη μεριά του τραπεζιού οι επιχειρήσεις βλέπουν τα περιθώριά τους να πιέζονται από τις αυξημένες χρηματοοικονομικές δαπάνες τους μειώνοντας τη διάθεσή τους για επενδύσεις. Οι ιδιώτες σε έναν βαθμό αξιοποίησαν τις αποταμιεύσεις της πανδημίας συντηρώντας την κατανάλωση, άρα και την οικονομική δραστηριότητα, αλλά λόγω πληθωρισμού η ζήτηση χάνει τη δυναμική της.

Την παράσταση σώζει ο κλάδος των υπηρεσιών και γι’ αυτό η Νότια Ευρώπη (με τον τουρισμό) εμφανίζεται στυλοβάτης της ανάπτυξης στην Ευρώπη.

Η ελληνική οικονομία, έχοντας επιτύχει τα τελευταία χρόνια ένα καλύτερο μείγμα αναπτυξιακών παραγόντων όπου βαραίνουν περισσότερο οι επενδύσεις, κατορθώνει να διασώσει έναν ρυθμό ανάπτυξης για το 2023 δύο φορές μεγαλύτερο της ευρωζώνης.

Οι άνεργοι μειώνονται και το ατομικό διαθέσιμο βελτιώνεται στα 19.260 ευρώ το 2023 για να αυξηθεί στα 19.883 ευρώ το 2024 (Ο.Τ.), ενώ αναμένεται να εμφανίσει ταχύτερη άνοδο τα επόμενα χρόνια. Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, κατά Μάαστριχτ, μετά την αύξησή του 2022 σταθεροποιείται περίπου στα 363 δισ. ευρώ για τα επόμενα χρόνια. Τα κρατικά έσοδα έχουν σταθεροποιηθεί γύρω στα 110 δισ. ευρώ ενώ οι κρατικές δαπάνες κινούνται ισόποσα.

Έτσι όμως το πρωτογενές ισοζύγιο, κατά Μάαστριχτ, το 2023 αναμένεται να είναι οριακά θετικό 0,94% του ΑΕΠ οδηγώντας το εθνικό ισοζύγιο σε ένα αρνητικό μέγεθος για το 2022 της τάξης του -1,65%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ένα έλλειμμα της τάξης του 3,59 δισ. ευρώ.

Εάν θέλουμε όμως η οικονομία να διατηρήσει την αναπτυξιακή τροχιά και να είναι σε θέση να διατηρεί την ανθεκτικότητά της, θα πρέπει να μη διολισθήσει σ’ έναν δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Από τα νούμερα που παρουσιάστηκαν διαπιστώνεται ότι εάν αυξανόταν το εθνικό μας έλλειμμα κατά 3 δισ. ευρώ, θα γινόταν ως ποσοστό -3% του ΑΕΠ, οπότε θα εμπλεκόμασταν στους δημοσιονομικούς κανόνες που θα αποφασιστούν αναδρομικά το 2024.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι θα ετίθετο σε κίνδυνο η δημοσιονομική ισορροπία και στα επόμενα χρόνια (ένα ιδιότυπο carryover effect), οπότε το πρόβλημα θα ήταν μεγαλύτερο και η προοπτική της δημοσιονομικής πειθάρχησης θα ήταν ορατή. Υπό τις προϋποθέσεις και τις προβλέψεις αυτές, η επενδυτική βαθμίδα θα απομακρυνόταν και θα αδυνάτιζε ιδιαίτερα η ανθεκτικότητά μας για να αντιμετωπίσουμε μία, ας πούμε, τραπεζική κρίση.

Είναι εμφανές λοιπόν ότι υπό το φως των προβλέψεων αυτών, οι οποίες σημειωτέον λαμβάνουν υπόψη τους το τι συμβαίνει στη (μέχρι τώρα) πραγματικότητα, ο δημοσιονομικός χώρος είναι συγκεκριμένος για να είναι σε θέση να φιλοξενήσει εξαγγελίες κάποιων ή πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 15 Μαΐου 2023