Εγκαινιάζουμε έναν νέο χώρο επίβλεψης που αναφέρεται στο επίπεδο κινδύνου της Ελλάδας, και συγκεκριμένα στο συνολικό επίπεδο κινδύνου, στον πολιτικό κίνδυνο και στον οικονομικό κίνδυνο.

Η έννοια του κινδύνου είναι από μόνη της δύσκολα μετρήσιμη, αν και οι επιπτώσεις του είναι εξαιρετικά σπουδαίες. Διαχέονται κυρίως μέσω των συμπεριφορών των επενδυτών και των καταναλωτών, και από εκεί σε ολόκληρη την οικονομία αλλά και την κοινωνία. Αυτό οφείλεται στο ότι από μόνος του ο κίνδυνος είναι μια έννοια που εκδηλώνεται στο μέλλον αλλά γεννιέται στο παρελθόν και το παρόν, όπως ακριβώς και η αβεβαιότητα. Με άλλα λόγια, το τι πρόκειται να συμβεί έχει οργανωθεί μέχρι σήμερα. Από εκεί και πέρα στο μέλλον υπάρχει μόνο η τυχαιότητα που είναι παντελώς απροσδιόριστη σήμερα.

Η αποτίμηση λοιπόν (PRS Group) του κινδύνου για την ελληνική οικονομία λαμβάνει υπόψη της: α) τα επίπεδα στα οποία κινείται ο κίνδυνος, β) τη διαχρονική του εξέλιξη και γ) τη συγκριτική του εξέλιξη με άλλες χώρες. Εδώ επιλέγουμε την Πορτογαλία και τη Γερμανία: την Πορτογαλία επειδή είναι παρόμοιας παραγωγικής συγκρότησης με την Ελλάδα και τη Γερμανία ως ένα πρότυπο μεγάλης και ανεπτυγμένης χώρας.

Οι βασικές λοιπόν διαπιστώσεις (βλέπε και αναλυτικό σημείωμα στον «ΟΤ») είναι ότι την περίοδο 2021-2023 ο πολιτικός, ο οικονομικός και ο χρηματοοικονομικός κίνδυνος στην Ελλάδα είναι σταθερός, αρκετά χαμηλός, αλλά πάντως λίγο υψηλότερος από την Πορτογαλία και τη Γερμανία. Βασικοί λόγοι της σταθερότητας του περιορισμένου κινδύνου στην Ελλάδα είναι η δημοσιονομική ισορροπία, η τραπεζική εξυγίανση και η πολιτική σταθερότητα. Να σημειωθεί ότι η Γερμανία εμφανίζει πολιτικό κίνδυνο υψηλότερο (έκπληξη!) ή ίσο με αυτόν της Πορτογαλίας. Είναι εμφανές ότι η ύφεση, η πολυκομματική κυβέρνηση εκεί και η δημοσκοπική άνοδος του Afd προοιωνίζονται την έλευση σημαντικών προβλημάτων στη Γερμανία.

Αρκετούς μήνες πριν σχολιάζαμε ότι η επενδυτική βαθμίδα για την Ελλάδα (που είναι μια θετική αξιολόγηση του επιπέδου του κινδύνου) θα έφερνε μαζί της και μειώσεις του κόστους δανεισμού (και του κράτους και των μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά και των τραπεζών), και αυτό θα είχε επιπτώσεις και στον δανεισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά αυτό δεν ήταν απολύτως κατανοητό από τους πολίτες.

Η πρόσφατη λοιπόν επιτυχής έκδοση από την ΕΤΕ ενός μειωμένης εξασφάλισης (και γι’ αυτό με υψηλότερο επιτόκιο σε όλον τον κόσμο) δεκαετούς ομολόγου 500 εκατ. ευρώ Tier 2, το προϊόν του οποίου συμπεριλαμβάνεται στα ίδια κεφάλαιά της, ενίσχυσε τη φερεγγυότητά της, βελτίωσε τη ρευστότητά της και σηματοδότησε τα οφέλη της επενδυτικής βαθμίδας.

Το 2019 η ΕΤΕ είχε εκδώσει ένα παρόμοιο ομόλογο με επιτόκιο 8,25%, όταν τα επιτόκια αναφοράς ήταν σχεδόν μηδέν. Άρα το premium κινδύνου ήταν 8,25%. Σήμερα εξέδωσε το ίδιο ομόλογο με κόστος 8%. Άρα το premium κινδύνου είναι 3,5% (8%-4,5%), αφού τα επιτόκια αναφοράς είναι 4,5%. Να σημειωθεί ότι παρόμοιας φύσης ομόλογα της Deutsche Bank, έκδοσης Νοεμβρίου 2022 και λήξης 2028, τιμολογούνται γύρω στο 10%(!)

Αυτή είναι η πρόοδος του τραπεζικού συστήματος και της οικονομίας μας σε όρους μείωσης του κινδύνου, παρόλο που ζούμε σε μια περίοδο αυξημένης νομισματικής σύσφιξης.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 2 Οκτωβρίου 2023