Η μετριότητα (σε αντιδιαστολή με την αποτελεσματικότητα) στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή είναι στη ζωή μας. Όλοι βεβαίως υποπτευόμαστε ότι ευθύνεται για πολύ σοβαρά περιστατικά σε όλο τον κόσμο και την Ελλάδα, από την αποτυχία του Challenger, την επιτυχία τρομοκρατικών περιστατικών, την απουσία αντιμετώπισης των χιονοπτώσεων και των μεγάλων πυρκαγιών, την απουσία πρόβλεψης της «πτώχευσης» του 2010 κ.λπ.

Οι αποτελεσματικοί διευθύνοντες οργανώνουν ένα περιβάλλον που οι εργαζόμενοι είναι ικανοποιημένοι και μπορούν να αποδίδουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους ενώ οι μέτριοι δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι εργαζόμενοι αποδίδουν τα ελάχιστα απλώς για να καλύπτουν τις προϋποθέσεις κατοχής της θέσης εργασίας. Στην πολιτική η μετριότητα μπορεί να αφορά την αντιπολίτευση, την κυβέρνηση και τα στελέχη της διοίκησης σε ένα περιβάλλον όπου τα κοινωνικά δίκτυα συνήθως προτιμούν να επαναλαμβάνουν ως ηχώ τις περιρρέουσες κοντόφθαλμες κοινωνικές επιθυμίες και συμπεριφορές.

Όταν όμως η αντιπολίτευση αναπτύσσεται μέσα στο πλαίσιο μίας μέτριας ανάλυσης της πραγματικότητας και μίας μέτριας ανάπτυξης ενός προγράμματος δράσης, η κυβερνητική πολιτική εξαναγκαστικά προσαρμόζεται σε ένα αντίστοιχο μέτριο επίπεδο προγράμματος διακυβέρνησης. Ο λόγος είναι απλός: Κάθε κυβερνητική δράση έχει χαμένους και κερδισμένους και μάλιστα οι χαμένοι μετράνε πάντοτε πιο πολύ από τους κερδισμένους. Ισχυρές μεταρρυθμιστικές δράσεις έχουν πολλούς (ποσοτικά και ποιοτικά) χαμένους και κερδισμένους. Μέτριες δράσεις έχουν λίγους. Επειδή δε σκοπός κάθε κυβέρνησης είναι να επανεκλεγεί, έχει την τάση πάντοτε να προσαρμόζει το πρόγραμμα δράσης της σε ένα επίπεδο με τις μικρότερες απώλειες, άρα ένα μέτριο κίνδυνο πολιτικής όταν δεν απειλείται από τις προτάσεις της αντιπολίτευσης με υψηλό βεληνεκές. Επιπροσθέτως, ισχύει και η αντίστροφη περίπτωση όπου η μετριότητα εκπορεύεται είτε από στελέχη της κυβέρνησης είτε από τον κρατικό μηχανισμό ιδίως όταν δεν έχει υπάρξει ο απαραίτητος χρόνος εμπειρίας και προετοιμασίας.

Όμως ο κόσμος αλλάζει σε όλη τη γη. Στις μέρες μας οι πολίτες έχουν χάσει σημαντικό μέρος της εμπιστοσύνης τους στην οικονομική πολιτική λόγω της μεγάλης κρίσης του 2008, η παγκοσμιοποίηση αλλά και η γεωστρατηγική αστάθεια (που δεν υπήρχε μέχρι τη δεκαετία του ’90), η μεταναστευτική κρίση και η κλιματική αλλαγή δημιουργούν νέες ασύμμετρες καταστάσεις και απειλές στην καθημερινότητα οι οποίες έχουν εγκατασταθεί κατά τρόπο οριστικό. Δημιουργούνται περισσότερο ζητήματα ασφάλειας και λιγότερο ανάγκες δημιουργικότητας και ανάληψης οφέλους και κινδύνου. Συγχρόνως οι πολίτες είναι περισσότερο μορφωμένοι και ζουν σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο οικονομικής ευημερίας όποτε θέλουν να βλέπουν τα πράγματα «να γίνονται» και αδιαφορούν για την ιδεολογική προέλευση των εμποδίων.

Επειδή λοιπόν ζούμε πια σ’ έναν δύσκολο κόσμο που από τη μια μεριά υπόσχεται μια καλύτερη οικονομικά δεκαετία, σε σύγκριση με την προηγούμενη, αλλά είναι γεμάτος από ασύμμετρες απειλές (οι οποίες πρέπει να αντιμετωπιστούν) η κυβερνητική πολιτική θα πρέπει, υπερβαίνοντας την ιστορία, να αναπτυχθεί με φιλόδοξους ριζοσπαστικούς στόχους, που θα στηρίζονται στον εξελικτικό ορθολογισμό, με ισχυρή προβλεπτική ικανότητα για το τι θα χρειαστεί η κοινωνία αύριο, αυξάνοντας την ευημερία της σε σημερινές αποτιμήσεις. Αλλιώς, θα μείνουμε καταδικασμένοι σε μια μόνιμη συζήτηση για το πώς θα μοιράζουμε το πλεόνασμα που θα συγκεντρώνουμε (όταν το συγκεντρώνουμε) από τους πικρούς έμμεσους φόρους.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Τα Νέα, 5 Σεπτεμβρίου 2023