Η ελληνική κοινωνία σήμερα σκέπτεται περίπου ισορροπημένα, λίγο πιο κάτω από το πέντε, όταν της ζητάμε να βαθμολογήσει την ισορροπία της ανάμεσα στο παρόν και το μέλλον, προτιμώντας ελαφρώς το παρόν. Με δέκα αποτιμάται η βαρύτητα βαθμολόγησης του μέλλοντος και με μηδέν η βαρύτητα του παρόντος.

Όμως, τα πολιτικά κόμματα, η Βουλή και η επιστήμη, ως πρωτοπορία της κοινωνίας, πρέπει να σκέπτονται μεσομακροπρόθεσμα με ορίζοντα το 2035 ή και το 2050. Αυτή εξάλλου είναι, μαζί με τη διαχείριση των μεγάλων κρίσεων, η πεμπτουσία της αποστολής τους.

Από την άλλη μεριά, πολλές φορές στο παρελθόν ξεκινήσαμε με μακροπρόθεσμη διάθεση οπτικής του μέλλοντος, αλλά σοβαρά και αναπάντεχα γεγονότα ανέτρεψαν την πορεία των πραγμάτων. Αυτό οφείλεται, βεβαίως, στην τυχαιότητα που μπορεί να εμφανιστεί οποτεδήποτε και να έχει ανεξέλεγκτες επιπτώσεις. Τέτοια γεγονότα ήταν η COVID, αλλά όχι και η «πτώχευση» του 2010, και δεν θα είναι, εάν ξεσπάσει, το ζήτημα της Ταϊβάν ή αν χειροτερεύσει η Ουκρανία. Μπορεί οι ειδικοί να μην είναι δυνατόν να προβλέψουν την ακριβή ημερολογιακή εξέλιξη των πιθανών μελλοντικών γεγονότων, αλλά είναι πολύ πιθανόν να δημιουργήσουν μία σειρά από μελλοντικά σενάρια που να τα περιλαμβάνουν. Η προσπάθειά τους, τελικά, αποσκοπεί όχι να προβλέψουν το μέλλον, αλλά να μας προετοιμάσουν γι’ αυτό.

Στο παρόν γεννιέται η αβεβαιότητα (πόσο θα ανέβουν τα επιτόκια ακόμα;) και υπάρχει και ο κίνδυνος (όταν θα ανέβουν, πόσο μεγάλο πρόβλημα θα δημιουργήσουν ακόμα στην οικονομία;). Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα, με τις δυνάμεις που περικλείει και τον (θετικό ή αρνητικό) κίνδυνο που εμφιλοχωρεί στις επιμέρους διαστάσεις της, δημιουργεί τους εναλλακτικούς δρόμους του μέλλοντος. Αντιθέτως, η τυχαιότητα είναι εκτός ανθρώπινου ελέγχου.

Οι χώροι, λοιπόν, στους οποίους γεννιέται η δική μας ελληνική πραγματικότητα του μέλλοντος είναι η κλιματική αλλαγή (οι αρνητικές συνέπειες έρχονται νωρίτερα), η ενεργειακή ασφάλεια (έχουμε υψηλή εξάρτηση), η επιστήμη και η τεχνολογία (AI, ατομικά δικαιώματα, ψηφιοποίηση), οι γεωστρατηγικές μεταβολές (Ουκρανικό, Τουρκία), η υγεία (επιδημίες), η πληθυσμιακή εξέλιξη (επιδείνωση), το πολιτισμικό υπόβαθρο (ορθολογισμός και συναισθηματικές αντιδράσεις), η πολιτική (λαϊκισμός), η διακυβέρνηση (νομοθετική αποτελεσματικότητα) και, τέλος, βεβαίως η οικονομία (πρόοδος ή οπισθοδρόμηση). Όλες μαζί οι διαστάσεις αυτές δημιουργούν την πολιτική οικονομία, του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού στην ελληνική κοινωνία.

Σήμερα, όλα τα δεδομένα μας οδηγούν (στο ΕΚΠΑ) να σκεφτούμε ότι το μέλλον μας στην Ελλάδα μπορεί να προδιαγραφεί από πέντε σενάρια εξέλιξης που μπορούν να καλύπτουν όλους τους παραπάνω τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ένα, που είναι το βασικό στην προέκταση της σημερινής πραγματικότητας, και τέσσερα άλλα – δύο καλύτερα από το βασικό και δύο χειρότερα. Από τα τελευταία το ένα είναι ιδιαίτερα άσχημο και μπορεί να οφείλεται σε πολλούς λόγους: ενεργειακό σοκ και πολεμικές εντάσεις, Ουκρανία ή Αιγαίο, εξέλιξη της τεχνολογίας με την Ελλάδα να βρίσκεται στο περιθώριο, πανδημίες, επιδείνωση του μεταναστευτικού, επικράτηση αρνητικών και λαϊκιστικών απόψεων με συνακόλουθη επιδείνωση των κανόνων διακυβέρνησης και της υπερδιόγκωσης του χρέους. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η αλλαγή του δημοσιονομικού πλαισίου του ελληνικού χρέους βρίσκεται κοντά στο 2032.

Όμως, σε αυτό το σενάριο αντιπαρατίθενται τα άλλα σενάρια, που είναι καλά σενάρια, όπου στο βασικό σημειώνεται αύξηση του μέσου μισθού κατά 27% μέχρι το 2028, των επενδύσεων κατά 30% μέχρι το τέλος της τρέχουσας τετραετίας, ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης θα κινηθούν γύρω στο 2% με 3% για τα επόμενα χρόνια. Στα δύο καλύτερα σενάρια τα πράγματα πάνε ακόμα καλύτερα.

Όμως, το γενικό συμπέρασμα είναι, έτσι και αλλιώς, αισιόδοξο και καλά θεμελιωμένο: εάν δεν έχουμε την έλευση κάποιας αρνητικής τυχαιότητας, τότε η δεκαετία που έχουμε μπροστά μας είναι μία πολύ καλή περίοδος που θα βελτιώσει σημαντικά τις προοπτικές της οικονομίας μας και της κοινωνίας μας, όπως εξάλλου φαίνεται και από τους παραπάνω προβλεπτικούς βασικούς δείκτες εισοδημάτων και επενδύσεων που αφορούν τα αμέσως προσεχή χρόνια.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Real News, 16 Ιουλίου 2023